Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Τζιμ Λόντος: H βιογραφία του μεγαλύτερου παλαιστή όλων των εποχών

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος παλαιστής όλων των εποχών; Για τους Έλληνες, η απάντηση είναι εύκολη: Ο Τζιμ Λόντος.

Ο Τζιμ γεννήθηκε σ’ ένα χωριό έξω από το Άργος, το Κουτσοπόδι, πιθανότητα το 1891 –ο ίδιος δεν ήταν σίγουρος πότε ακριβώς
. Το πραγματικό του όνομα ήταν Χρίστος Θεοφίλου και ήταν το 13ο παιδί μιας αρχοντικής οικογένειας. Oι γονείς του τον έστειλαν στην Αθήνα, στα μεγαλύτερα αδέρφια του που διατηρούσαν ένα κλωστήριο-υφαντήριο στην οδό Ηφαίστου, αλλά ο Χρίστος ήταν ζωηρό παιδί και δημιουργούσε προβλήματα. Tο αποκορύφωμα ήταν όταν σε ηλικία 13 ετών, περιφερόμενος στα πόδια των εργατών του κλωστηρίου, τον μάλωσε ο επιστάτης και αντί απάντησης ο Χρίστος τον πέταξε μέσα στο βραστό χυλό με τον οποίο βάφονταν τα νήματα. Μετά από αυτό, η οικογένεια αποφάσισε να τον στείλει σ’ έναν άλλο μεγαλύτερο αδερφό του που ήταν εγκατεστημένος στην Αμερική.
Στην Αμερική, την προσοχή του 15άχρονου Χρίστου τράβηξε ένα αγωνιστικό παιγνίδι. Σε μια μικρή λίμνη, επιβιβάζονταν επί μιας σχεδίας καμιά τριανταριά άτομα έναντι εισιτηρίου και όποιος κατόρθωνε να μείνει μόνος ρίχνοντας τους άλλους στο νερό εισέπραττε μια γενναία αμοιβή. Εκεί ο Χρίστος εντοπίστηκε από αμερικανούς μάνατζερ οι οποίοι του ζήτησαν να υπογράψει ένα πενταετές συμβόλαιο με έναν τοπικό σύλλογο ελεύθερης πάλης. Όταν γίνεται 20 χρονών το συμβόλαιο τελειώνει αλλά έχει παίξει μόνο σε εσωτερικούς αγώνες του συλλόγου. Δυστροπεί γιατί είναι φιλόδοξος και θέλει να διακριθεί όμως παραμένει στο σύλλογο και ανανεώνει το συμβόλαιό του χάρη στον προπονητή του ο οποίος ασκεί σημαντική επιρροή πάνω του. Με το νέο συμβόλαιο, ο Χρίστος δίνει αγώνες και από τη πρώτη στιγμή αφήνει έκπληκτους του αθλητικογράφους που τον θεωρούν μεγάλη αποκάλυψη και τον αναφέρουν ως Golden Greek. Παρότι δεν ήταν ψηλότερος από 1,74 μ. και δεν ζύγιζε πάνω από 91 κιλά, είναι εμφανές ότι μπορεί να διαπρέψει ακόμη και στη βαριά κατηγορία. Έχει φοβερή δύναμη, κυκλώπειο στήθος, ηράκλειους μηρούς και σβελτάδα αιλουροειδούς. Τα θηρία της πάλης του ρίχνουν ένα κεφάλι και είναι 20-30 κιλά βαρύτεροι αλλά ο Χρίστος έχει τη στόφα του πρωταθλητή.
Στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ο νεαρός έλληνας κάνει περιοδείες από την μια άκρη της Αμερικής ως την άλλη παρουσιαζόμενος ως «Χρίστος Θεόφιλος, ο Μαχόμενος Σοβατζής». Ήταν η εποχή που χτίζονταν στην Αμερική ουρανοξύστες. Ο Χρίστος εμφανίζεται στα ρινγκ κυκλωμένος με σχοινιά, φορώντας στολή οικοδόμου και παπούτσια πασαλειμμένα με ασβέστη. Τα μεγάλα όνομα της πάλης εκείνη την περίοδο στις ΗΠΑ ήταν ο Τζόε Στέτσερ (Joe Stecher) που στεφανώθηκε πρωταθλητής το 1915 και ο Φρανκ Γκοτς (Frank Gotch) που ήταν ακόμα μεγαλύτερο ταλέντο. Όμως ο κόσμος δεν είχε όρεξη για σπορ και διασκέδαση εκείνη την περίοδο καθώς το σημαντικό γεγονός ήταν ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος.
Μετά την τρομακτική εμπειρία του πολέμου, ο αμερικανικός λαός γίνεται εσωστρεφής. Στα χρόνια της ειρήνης, οι μετανάστες ήταν ευπρόσδεκτοι αλλά ο πόλεμος καλλιέργησε τον εθνικισμό και το κοινό ήθελε να βλέπει για πρωταθλητή έναν όσο το δυνατόν πιο καθαρόαιμο αμερικανό. Αυτόν που προτιμούσαν οι αμερικανοί ήταν ο Εντ Λούις, ο Στραγγαλιστής που ήταν τρομερός σαν ταύρος και είχε κερδίσει τον τίτλο του πρωταθλητή πέντε φορές. Ονομάστηκε Στραγγαλιστής από το φοβερό κεφαλοκλείδωμα που έκανε στους αντιπάλους του, το οποίο όταν πετύχαινε, κανείς δεν μπορούσε να σπάσει. Ο Χρίστος είχε αντιμετωπίσει τον Στραγγαλιστή επτά φορές μέχρι το 1925 και δεν είχε καταφέρει να τον κερδίσει. Σε λίγο τα πράγματα θα άλλαζαν από τη μεγάλη οικονομική κρίση που ερχόταν.
Η γένεση του πρωταθλητή
Το 1928, οι ΗΠΑ ένιωσαν τη συμφορά. Κραχ στο χρηματιστήριο. Πτωχεύσεις. Απολύσεις και ανεργία. Πτώσεις από τους ουρανοξύστες. Μια μαύρη εποχή. Εκατομμύρια κόσμος στις ουρές για συσσίτια. Άγνωστο το μέλλον της χώρας. Τα πλήθη πάλευαν να επιβιώσουν και κανείς δεν είχε διάθεση να βλέπει τους παλιούς τερατόμορφους παλαιστές με τα φοβερά ονόματα γιατί θύμιζαν την ασχήμια της ζωής. Οι οικονομικές συνθήκες στραγγάλιζαν τους ανθρώπους και κανείς δεν ήθελε να επευφημεί έναν πρωταθλητή που λεγόταν Στραγγαλιστής. Οι θεατές ήθελαν να δουν στο ρινγκ το αντίθετο από αυτό που έβλεπαν τόσα χρόνια. Έναν αθλητή με κανονική μορφή που θα νίκαγε τα τέρατα. Ένα όμορφο πρόσωπο, ένα αψεγάδιαστο σώμα, έναν αγωνιστή που θα έδινε το μήνυμα ότι μπορούσαν και οι ίδιοι να ξεπεράσουν τις αντιξοότητες της ζωής. Ο παλαιστής που συγκέντρωνε αυτά τα προσόντα ήταν ο Χρίστος Θεοφίλου που έμοιαζε σαν σταρ του Χόλλυγουντ και οι εφημερίδες τον ανέφεραν ως «Έλληνα Άδωνι» ή «Άνθρωπο με το Σώμα του Ενός Εκατομμυρίου». Το μόνο που χρειαζόταν για να κερδίσει την αγάπη του κοινού ήταν να αμερικανοποιήσει το όνομά του.
Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για το πώς ο Χρίστος πήρε το όνομα Τζιμ Λόντος. Ο προπονητής του δήλωνε ότι το έκανε επειδή αγαπούσε τον συγγραφέα Τζακ Λόντον, με τον οποίο μάλιστα έμοιαζε στην όψη αλλά η αλήθεια είναι αυτή που διηγείται ο Δημήτρης Θεοφίλου, ανιψιός του Τζιμ Λόντου. Όταν με τους πρώτους αγώνες ήρθαν στην Ελλάδα οι φωτογραφίες του Χρίστου, τα αδέρφια του έτρεξαν να τις δείξουν στον πατέρα τους. Αυτός δεν ενθουσιάστηκε καθόλου όταν είδε τον γιό του γυμνό από τη μέση και πάνω. «Τι πράγματα είναι αυτά; O γιός μου χωρίς ρούχα; Nα αλλάξει όνομα». Οι γιοί του έμειναν εμβρόντητοι αλλά ο γέρος ήταν ανένδοτος: «Να αλλάξει όνομα». Επήλθε οικογενειακή ρήξη και ένα από τα αδέρφια, ο Δημήτρης, έφυγε από το σπίτι. Ο Χρίστος πικράθηκε όταν έμαθε την απαίτηση του πατέρα του αλλά δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο ν’ αλλάξει όνομα στην Αμερική αφού όλοι αυτό συνήθιζαν να το κάνουν. Πήρε λοιπόν ως μικρό όνομα το Τζιμ για να τιμήσει τον αδερφό του Δημήτρη και το επίθετο του προπονητή του που λεγόταν Λόντον και τελικά το ν έγινε ς για να δηλώνει την ελληνικότητα. (Οι αμερικανικές εφημερίδες για να του κάνουν πλάκα τον ανέφεραν ως Jeemy, αντί για Jimmy όπως ήταν το σωστό, λόγω της ελληνικής προφοράς του).
Ο Τζιμ κατέκτησε το αμερικανικό κοινό γιατί πρώτα απ’ όλα ήταν δουλευταράς. Από την αρχή της καριέρας του ακολουθούσε ένα πολύ αυστηρό πρόγραμμα προπόνησης και είχε την καλύτερη φυσική κατάσταση από όλους τους αντιπάλους του. Μπορούσε να δίνει τρεις με πέντε αγώνες την εβδομάδα κάτι που κανείς άλλος δεν ήταν σε θέση να κάνει. Ασκούνταν πάντα, ακόμα και στα ώριμα χρόνια της ζωής του. Όταν ερχόταν στην Αθήνα, κατέλυε στη Μεγάλη Βρετανία κι από εκεί έφευγε τροχάδην για το Λυκαβηττό. Διέσχιζε την Κριεζώτου, την Πινδάρου και ανέβαινε στον Αϊ Γιώργη όπου άναβε ένα κερί και επέστρεφε πάλι τρεχάδην. Αυτό το έκανε τρεις φορές την ημέρα. Κι όταν κάποιος δημοσιογράφος του ζητούσε συνέντευξη, του έλεγε για να μη χάνει το χρόνο του: «Εντάξει, έλα με τη φόρμα σου, θα τρέξουμε παρέα και θα στα λέω». Από τους γνωστούς αθλητικογράφους της εποχής, ο Σισμάνης είχε αντέξει μέχρι την Ακαδημίας, ο Γαρουφαλής μέχρι τη Σκουφά και μόνο Καράγιωργας που διέπρεψε στο τζούντο αργότερα κατάφερε να φτάσει μέχρι το Λυκαβηττό.
Πέρα από τη σκληρή προπόνηση, ο Λόντος πρόσεχε πολύ τη διατροφή του. Συνήθιζε να τρώει κουάκερ, δηλαδή νιφάδες βρώμης και ήταν αυτός η αιτία που άρχισαν να γίνονται οι εισαγωγές αυτού του προϊόντος στην Ελλάδα. Και βέβαια, σε μια εποχή που κάπνιζε το 80% των ανδρών, αυτός δεν έβαζε τσιγάρο στο στόμα, ούτε έπινε ποτέ αλκοόλ.

Κάλλος εναντίον Τεράτων
Ο Λόντος έδωσε τον πρώτο του αγώνα παγκόσμιας εμβέλειας το 1928 εναντίον του ρώσου πρωταθλητή Κόλα Κβαριάνι στην Αθήνα. Πάνω από 100.000 κόσμος συγκεντρώθηκε στο Παναθηναϊκό Στάδιο και πολλοί βέβαια έμειναν απέξω. Το στάδιο ήταν κατάμεστο τρεις ώρες πριν αρχίσει ο αγώνας και πρώτη φορά γέμιζε μετά του Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896. Όταν ήρθε η ώρα, οι τηλεβόες φώναξαν: «Εισέρχεται ο Τζιμ Λόντος». Μαζί μπήκε και ο πατέρας του: «Και τώρα εισέρχεται ο πατέρας Λόντος». Τα πλήθη επευφημούσαν και τον πατέρα: «Γειά σου γέρο Λόντο». Ο αγώνας διήρκησε 15 γύρους, ήταν συνταρακτικός και ο Τζιμ νίκησε με το περίφημο αεροπλανικό κόλπο που είχε εφεύρει. Αφού έπαιζε τον αντίπαλο αρκετούς γύρους και τον κούραζε, ξαφνικά επιδείκνυε τη δύναμή του. Τον έπιανε μ’ ένα πολύ γρήγορο ελιγμό από τον καβάλο και το σβέρκο, τον σήκωνε σε οριζόντια θέση και τον περιέφερε 4-5 σβούρες. Ο αντίπαλος ζαλιζόταν από την περιφορά και από την πίεση που ασκούσαν τα χέρια του Λόντου. Πολλοί τινάζονταν μήπως ξεφύγουν από τη λαβή αλλά δεν μπορούσαν και ο Λόντος τους άπλωνε στο καναβάτσο όπου τους καθήλωνε μέχρι ο διαιτητής να μετρήσει ως το τρία. Όταν τελείωσε ο αγώνας με τον Κβαριάνι, ο πατέρας του πήγε να δει τον Λόντο στα αποδυτήρια όπου ήταν κουκουλωμένος κάτω από τις κουβέρτες σύμφωνα με τα συστήματα της εποχής. Οι μασέρ ειδοποιούν: «Τζιμ, έρχεται ο ντάντι». Τον ξεσκεπάζουν και ο Λόντος του λέει: «Καλωσόρισες πατέρα. Δεν ήθελες να με φωνάζουν με το όνομά σου. Πως σου φαίνεται τώρα που φωνάζουν εσένα με το δικό μου;». Ο γέρος απείλησε να σηκώσει τη μαγγούρα του αλλά στο τέλος συμφιλιώθηκαν και ακολούθησαν οικογενειακά τραπέζια.
Ο Jim σε αγώνα με τον John Sullivan
Μετά τον αγώνα της Αθήνας, ο Λόντος θα γινόταν πρωταθλητής στην Αμερική. Το 1930, κέρδισε τον τίτλο στη βαριά κατηγορία νικώντας τον Ντικ Σίκατ (Dick Shikat) στη Φιλαδέλφεια, σ’ ένα ματς που διήρκησε 1 ώρα και 29 λεπτά. Διατήρησε το στέμμα πέντε χρόνια και το έχασε από τον Ντάνο Ομαχόνι στη Βοστώνη. Το ξανακέρδισε το 1937 νικώντας τον Μπρόνκο Ναγκούσκι και το κράτησε μέχρι που αποσύρθηκε από την πάλη το 1946. Ο μεγαλύτερος αγώνας που έδωσε ο Τζιμ ήταν το 1934 στο Σικάγο, εναντίον του Εντ Λούις του Στραγγαλιστή. Η δημοσιότητα αυτού του αγώνα ήταν ανεπανάληπτη. Επειδή οι δυό τους είχαν να συναντηθούν 10 χρόνια, το κοινό περίμενε με αγωνία τι θα γίνει και το ματς παρακολούθησαν 35.265 θεατές. Οι εφημερίδες έγραψαν ότι ήταν το μεγαλύτερο γεγονός της πάλης στην ιστορία της Αμερικής. Φυσικά, οι έλληνες πήραν θέση στο ραδιόφωνο να ακούσουν την αναμετάδοση. Τα στοιχήματα ήταν υπέρ του Στραγγαλιστή γιατί είχε νικήσει στις προηγούμενες αναμετρήσεις και ήταν 16 κιλά βαρύτερος αλλά αυτή τη φορά δεν θα είχε τύχη. Μετά από 49 λεπτά και 27 δευτερόλεπτα, ο Τζιμ κέρδισε κάνοντας τους έλληνες πανευτυχείς. Ο Στραγγαλιστής δήλωσε αργότερα ότι τον άφησε να νικηθεί επειδή είχε στοιχηματίσει υπέρ του Τζιμ αλλά κανείς δεν τον πίστεψε.
Μετά την περιφανή νίκη κατά του Στραγγαλιστή, ο Λόντος ξεκίνησε περιοδεία σ’ όλο τον κόσμο. Όσο έλλειπε από την Αμερική, μια νέα φουρνιά παλαιστών εμφανίστηκε που διεκδικούσε το θρόνο του. Ο Ναγκούσκι (Brongo Naguski) στη Καλιφόρνια, ο Μάσαλ (Everett Mashall) στο Κολοράντο, ο Γουίκοφ (Lee Wycoff) στο Κάνσας, ο Κάζεϊ (Casey) o Θρυμματιστής στη Βοστώνη και πολλοί άλλοι. Όλοι αυτοί έλεγαν ότι ήταν οι νέοι πρωταθλητές αλλά όταν γύρισε ο Λόντος πίσω, πάλεψε με τους επίδοξους μνηστήρες της ζώνης του –μ’ όσους συμφώνησαν– και τους νίκησε διατηρώντας τον τίτλο του.
Ο μάνατζερ του Τζιμ, ο παμπόνηρος Έντ Γουάιτ, φρόντιζε πάντα να τονίζει τον τίτλο του Έλληνα Άδωνι. Διάλεγε να παλεύει ο Τζιμ με τερατώδεις, κακάσχημους και βλοσυρούς αντιπάλους. Όσο πιο ψηλοί και θεόρατοι ήταν οι αντίπαλοι, τόσο το καλύτερο. Ο Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ. Ο Τζιμ αντιπροσώπευε το μετανάστη που προέρχονταν από έναν αρχαίο υψηλό πολιτισμό. Που υπέφερε στα ριγκ από τα τέρατα όπως ο αμερικανικός λαός από την οικονομική κρίση αλλά στο τέλος κατάφερνε να νικήσει. Για την ελληνική κοινότητα αυτό είχε έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Όπως ο Τζιμ νικούσε τους αντιπάλους του, έτσι και οι έλληνες θα μεγαλουργούσαν στην Αμερική. Στην διάρκεια του αγώνα, οι αντίπαλοι του Τζιμ εκδήλωναν τα μισητά τους ένστικτα με αντικανονικά χτυπήματα, ασφυκτικές λαβές, και απειλητικές διαθέσεις. Ο μικρόσωμος έλληνας δεινοπαθούσε και οι ακροατές άκουγαν τον σπίκερ να ουρλιάζει στο ραδιόφωνο: «Ο Λόντος στο καναβάτσο…Σφαδάζει από τον πόνο…». Ο σπίκερ συνέχιζε: «Ο Λόντος σπάει τη λαβή. Και είναι γρήγορος. Πετάγεται όρθιος σαν… αγγούρι έτοιμος να πολεμήσει». Στη συνέχεια, ο Τζιμ έδειχνε τις υπερφυσικές δυνάμεις του. Σήκωνε σαν πούπουλο τον σωματώδη αντίπαλό και τον έριχνε στο καναβάτσο. Το Κάλλος νικούσε το Τέρας και το κοινό παραληρούσε.
Μέγιστος σε όλα
Μια άλλη πρωτιά του Τζιμ ήταν ότι έβγαζε τα περισσότερα χρήματα από όλους τους συναδέλφους του. Ήταν φυσικό, γιατί ο κόσμος αυτόν ήθελε να βλέπει. Τον Ιανουάριο του 1931, οι New York Times έγραψαν ότι 22.000 θεατές πήγαν στο Madison Square Garden να δουν τον Λόντο να αγωνίζεται εναντίον του Μακμίλλαν που επί χρόνια ήταν το αμερικανικό είδωλο. Στα μέσα του έτους, 30.000 άτομα πήγαν να τον δουν στον αγώνα εναντίον του Ρέι Στηβ (Ray Steeve) και τον Νοέμβριο 17.000 άτομα τον παρακολούθησαν στην αναμέτρηση με τον Κάλζα (Calza). Εκείνη τη χρονιά, στο απόγειο την οικονομικής κρίσης, ο Τζιμ κέρδισε 1,5 εκατομμύρια δολάρια αγωνιζόμενος σε 140 αγώνες. Σύμφωνα με μια εφημερίδα κέρδιζε κατά μέσο όρο 500.000 δολάρια το χρόνο, ένα τεράστιο ποσό για την εποχή.
Η εικόνα του Τζιμ ως Έλληνα Άδωνι είχε φέρει κοντά του και πολλές θαυμάστριες. Πολλές καλοντυμένες γυναίκες της εποχής πήγαιναν να τον δουν στα ρινγκ και οι θεατρινούλες στριφογύριζαν στα πόδια του για μια φωτογραφία μαζί του. Αυτό δεν ήταν ενοχλητικό για τον Τζιμ ο οποίος συνεχώς συνδεόταν ρομαντικά με σταρλετίτσες και ενζενί, τη μία μετά την άλλη. Συγχρόνως ήταν και εγκρατής διότι υπήρχε τότε η πεποίθηση ότι το πολύ σεξ αφαιρεί δυνάμεις. Έτσι ανάμεσα στις χιλιάδες γυναίκες που του την έπεφταν, ο Τζιμ ήταν πολύ επιλεκτικός. Μ’ αυτή την κατάσταση βέβαια, δεν είχε στο μυαλό του το γάμο και μόνο όταν αποφάσισε να αποσυρθεί, έκανε οικογένεια. Η γερμανοαμερικανίδα σύζυγός του Άβρα Ροτσγουάιτ (Avra Rochwite) ήταν 17 χρόνια νεότερή του και του χάρισε τρεις κόρες.
Για τους Έλληνες, ο Λόντος ήταν ο «Ο Μεγαλύτερος Παλαιστής όλων των Εποχών». Μ’ αυτόν ακριβώς τον τίτλο αναφέρθηκε το όνομά του στο Breitbard Hall of Fame, στο μουσείο των πρωταθλητών όλων των σπορ. Ήταν ο διασημότερος, ο ομορφότερος, ο πλουσιότερος, ο θεαματικότερος και ο ικανότερος παλαιστής επί 16 χρόνια. Όλοι οι αντίπαλοί του τον σέβονταν εκτός από έναν, τον Στραγγαλιστή, ίσως επειδή μετά την ήττα που υπέστη πέρασε στην αφάνεια. Ο Στραγγαλιστής έκανε κατά καιρούς υποτιμητικές δηλώσεις για τον Τζιμ περιγράφοντάς τον ακόμα και ως δειλό, όμως οι άλλοι μεγάλοι παλαιστές δεν ήταν τόσο μικρόψυχοι και αναγνώριζαν δημόσια την αξία του. Ο πρώην πρωταθλητής Τζόε Στέτσερ (Joe Stecher) είπε στη δύση της καριέρας του: «Ο Λόντος ήταν ο καλύτερος αθλητής που πάλεψα ποτέ». Κι ο Κβαριάνι, δήλωσε: «Ο Λόντος ήταν καλύτερος από τον Λούις τον Στραγγαλιστή και απ’ όλους τους άλλους». Την περίοδο της ακμής του, ο Τζιμ δεν είχε χάσει κανένα ματς επί εννιά συνεχόμενα χρόνια. Αφότου έγινε πρωταθλητής, έδωσε συνολικά 2.500 ματς και έχασε μόνο καμιά δεκαριά. Ήταν αυτός που προσέλκυσε τα πλήθη την περίοδο της οικονομικής ύφεσης στην Αμερική και έσωσε το άθλημα της πάλης.
Βέβαια, σήμερα γνωρίζουμε ότι κάποια ματς ρυθμίζονταν από το συνδικάτο της πάλης. Από τη μια μεριά υπήρχαν οι πραγματικοί αγώνες που μπορούσαν να διαρκούν πάνω από μια ώρα και από την άλλη υπήρχαν οι λεγόμενοι “επιχειρηματικοί” αγώνες που κανονίζονταν από ορισμένους μάνατζερ. Το 1933, ένας πρώην παλαιστής και διοργανωτής αγώνων, ο Τζάκομπ Πφίφερ, (Jacob Pfefer) εξοστρακίστηκε από το άθλημα και αποφάσισε να εκδικηθεί. Πλησίασε ένα συντάκτη της New York Daily Mirror στον οποίο περιέγραψε με καταπληκτικές λεπτομέρειες πώς στήνονταν τα παιγνίδια. Οι παλαιστές ανήκαν σε ομάδες, και μοιράζονταν ισόποσα τα κέρδη από τα στοιχήματα. Ο κόσμος ταράχτηκε από τις αποκαλύψεις αλλά ο Τζιμ ανέλαβε να τον κρατήσει στο άθλημα δηλώνοντας: «Κάλπικοι είναι όσοι τα λένε αυτά και κανένας άλλος. Εγώ δεν έχω κάνει κοινοπραξία. Είμαι με τον εαυτό μου». Ένας αμερικανός δημοσιογράφος έγραψε: «Εκατομμύρια κόσμος πίστεψε τον Τζιμ γιατί ήταν ειλικρινής, υπερήφανος και ακέραιος». Εκείνη την εποχή, το άθλημα διατηρούσε ακόμα την αξιοπιστία του αλλά αργότερα θα κατρακυλούσε στη γελοιότητα. Ήρθε το κατς όπου επιτρέπονται τα χτυπήματα και οι κλοτσιές και ασφαλώς είναι ένα πολύ εντυπωσιακό θέαμα, αλλά όχι αγώνισμα.
Όταν ο Λόντος, μεσήλιξ πια, ετοιμαζόταν να αποσυρθεί, υπήρχαν αρκετοί νεαρότεροι και δυνατότεροι παλαιστές, αλλά είχε τόσο πολύ κερδίσει το σεβασμό των αντιπάλων του που θεωρούνταν ντροπή κάποιος να κάνει δηλώσεις διεκδίκησης του τίτλου. Έτσι η ζώνη του πρωταθλητή που ήταν σημαντικής αξίας διότι είχε πάνω της αρκετό χρυσάφι και πολύτιμα πετράδια δεν πέρασε σε άλλον. Ο Λόντος, άριστα ποιούμενος, δεν το εκμεταλλεύτηκε αυτό, άλλωστε ήταν ζάμπλουτος, και κατέθεσε τη ζώνη σ’ ένα μουσείο του Λος Άντζελες.
Τυπικά, ο Λόντος αποσύρθηκε το 1946 και αποτραβήχτηκε με την οικογένειά του σε ένα ράντζο στη Καλιφόρνια που ονόμασε Argos. Εκεί διαχειριζόταν τα δέντρα του και τις επενδύσεις που είχε κάνει. Η λαμπρή πορεία του στα ριγκ ήταν γι’ αυτόν προσοδοφόρα αλλά και ο ίδιος ήταν γενναιόδωρος. Μετά την απόσυρσή του, αφιέρωσε τη ζωή του στις φιλανθρωπίες και προσέφερε σημαντικά χρηματικά ποσά για τα ελληνόπουλα που έμειναν ορφανά στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο και το 1970 τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Φοίνικα από τον βασιλιά Παύλο. Την ίδια χρονιά, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον μνημόνευσε το όνομά του. Το 1973 ο Λόντος που στα τελευταία του χρόνια είχε Πάρκινσον, πέθανε στον ύπνο του από καρδιακή ανακοπή σε ηλικία περίπου 80 ετών. Όπως είπε ένας αμερικανός δημοσιογράφος, ήταν ο Μοχάμεντ Άλι την εποχή που δεν υπήρχε τηλεόραση. Όπως στους ελληνικούς θρύλους, ο Τζιμ Λόντος έχει σμιλεύσει μια μοναδική θέση στην καρδιά της ελληνικής ομογένειας της Αμερικής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου